Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Μετακινησεις ελληνικών πληθυσμών στον Ποντο

  Η φτώχεια και οι διώξεις των Τούρκων ανάγκασαν πολλούς κατοίκους του Πόντου να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να προωθηθούν άλλοι προς την Κωνσταντινούπολη, άλλοι προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας και την ενδοχώρα του Πόντου, ενώ πολλοί Καππαδόκες και Καραμανίτες κατευθύνθηκαν προς τα παράλια του Ευξείνου. Η κάθοδος των Καππαδοκών προς τον Εύξεινο και των Ποντίων της ενδοχώρας προς την Καππαδοκία αποδεικνύεται και από τις αλληλεπιδράσεις στα γλωσσικά τους ιδιώματα.

   Τα τουρκικά αρχεία φανερώνουν έμμεσα αυτές τις μετακινήσεις που επισυνέβησαν το 16αι. Έτσι, ο χριστιανικός πληθυσμός της Κασταμονής, μέσα στο 16ο αι., από 570 οικογένειες αυξήθηκε σε 1.889. Της Γάγγρας, την ίδια περίοδο, από 81 οικογένειες έγινε 453. Ακόμη και στο λιβά Μπόλου, όπου σε προηγούμενες απογραφές δεν σημειώνονταν χριστιανοί κάτοικοι, στην απογραφή του 1570-1580 εμφανίζονται 134 χριστιανικές οικογένειες. Ο Γάλλος περιηγητής V. Cuinet, βασιζόμενος μόνο στις προφορικές παραδόσεις, σημείωνε ότι οι Έλληνες της Γάγγρας των τελευταίων αιώνων ήταν εν μέρει απόγονοι των παλιών κατοίκων της Παφλαγονίας και εν μέρει απόγονοι Ελλήνων εμπόρων της Καισάρειας και της Άγκυρας, που εγκαταστάθηκαν εκεί μεταξύ 1650-1700.

  Το ρεύμα έφτασε και στο Παρθένιο (Μπαρτίν), κωμόπολη που απείχε τρεις ώρες από τον Εύξεινο. Το Μπαρτίν στις αρχές του 20ού αι. κατοικούνταν από 1.500 Έλληνες (σε σύνολο 10.000), εποίκους από τη Σαφράμπολη, τη Σινώπη, την Καισάρεια, το Προκόπιο κ.ά.
Ποντοηράκλεια

  Η Ποντοηράκλεια, η οποία στα 1404 κατοικούνταν κυρίως από Έλληνες, φαίνεται ότι στη διάρκεια του 15ου αι. έχασε ένα μέρος από τον ελληνικό πληθυσμό της, και τούτο τεκμαίρεται από το ότι η πόλη αυτό τον αιώνα έπαψε να εμφανίζεται στον κατάλογο των μητροπόλεων. Ωστόσο στην πόλη έμεινε ένας μικρός πυρήνας του παλιού βυζαντινού πληθυσμού της, ο οποίος ενισχύθηκε με την προσέλευση νέων εποίκων από διάφορα μέρη της Μικράς Ασίας (τουρκόφωνων στην πλειοψηφία τους), κατά τα τέλη του 17ου αι. και έπειτα. Οι Τούρκοι της πόλης στα μέσα του 17ου αι. μετοίκησαν στην παραλία, χτίζοντας ένα ξεχωριστό οικισμό, που τον ονόμασαν Ερεγλί, ενώ η παλιά Ηράκλεια πήρε το όνομα Γκιαούρ Ερεγλί ή Τεπέκιοϊ. Όταν αυξήθηκε ο χριστιανικός πληθυσμός της, έγινε η ανασύσταση της επισκοπής Ποντοηρακλείας (στα 1672).

  Η Άμαστρη στις αρχές του 17ου αι. κατοικούνταν από Τούρκους, Έλληνες και Αρμενίους. Ένα μέρος του ελληνικού πληθυσμού της, όμως, πρέπει να καταγόταν από εντόπιους, αφού η πόλη είχε παραδοθεί με συνθήκη στον Μεχμέτ Β’ (1460).

Κασταμόνη
  Αλλά και στις περιοχές Κασταμονής και Σινώπης οι Έλληνες προέρχονταν, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, από απογόνους αρχαίων Ελλήνων αποίκων. Στη Σινώπη, ο εντόπιος ελληνικός πληθυσμός ελαττώθηκε υπερβολικά, αλλά ένα τμήμα του επέζησε, όπως και στην Ποντοηράκλεια. Με το πέρασμα του χρόνου, η πόλη έγινε ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια του Πόντου, και παρατηρήθηκε συρροή Ελλήνων προς τα εκεί από τα δυτικά παράλια της Μ. Ασίας και από τα νησιά του Αιγαίου.
Σινώπη

  Στην Αμισό (Σαμψούντα), επίσης, διασώθηκε ένας πυρήνας από τον ελληνικό και ελληνόφωνο πληθυσμό των βυζαντινών χρόνων, ο οποίος και εδώ ενισχύθηκε με την κάθοδο Ελλήνων κατοίκων του εσωτερικού της Μ. Ασίας, κυρίως από την περιοχή της Καισάρειας. Στην ίδια αυτή περιοχή ζούσε και ο χριστιανικός πληθυσμός του Μαρσουβάν (Μερζιφούντας) και των Ζήλων. Οι Έλληνες των Κοτυώρων (Ορντού) δεν ήταν γηγενείς στο μεγαλύτερο μέρος τους, αλλά κατάγονταν από τα περίχωρα της Αργυρούπολης και κατέβηκαν στα παράλια, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, στα 1765 (ίσως όμως και από πολύ παλιότερα). Κατά μία άλλη εκδοχή, όμως, και εδώ υπήρχε ένας παλαιότερος πυρήνας, ο οποίος ενισχύθηκε με πρόσφυγες από τη Χαλδία.

  Μικρό ελληνικό πληθυσμό από τους παλαιότερους χρόνους διέσωσε και η Κερασούντα, η οποία παραδόθηκε στον Μεχμέτ Β’, έπειτα από πολιορκία οκτώ χρόνων, με συνθήκη, το κείμενο της οποίας σωζόταν ως τις αρχές του 19ου αι. (στην οικογένεια Φωτείνογλου). Κατά τους όρους αυτής της συνθήκης, Έλληνες και Τούρκοι μπορούσαν να ζουν μέσα στο κάστρο της πόλης. Πάντως, αργότερα, η ανάπτυξη του εμπορίου συνετέλεσε ώστε ν’ αυξηθεί ο πληθυσμός της και να επεκταθεί η πόλη.
Αργυρούπολη

  Ζωτικός πυρήνας του ελληνισμού στον Ανατολικό Πόντο υπήρξε η Χαλδία, η ορεινή χώρα γύρω από τον Κάνη ποταμό, απ’ όπου κυρίως κατά τον 17ο και 18ο αι. ρείθρα ζωής (Απ. Βακαλόπουλος) ξεχύθηκαν προς άλλα μέρη της Μ. Ασίας και προς τα παράλια. Κι εδώ ας σημειωθεί ότι στον Α. Πόντο, ιδίως στην πόλη και στην περιοχή της Τραπεζούντας, παρατηρήθηκε αύξηση του χριστιανικού πληθυσμού μετά το 1461.

  Έτσι, η πόλη της Τραπεζούντας στα 1487 είχε 5.500-6.000 κατοίκους, οι οποίοι μέσα στα 30 επόμενα χρόνια αυξήθηκαν κατά 500 άτομα. Από αυτούς ένα ποσοστό 65% ήταν Έλληνες, ένα άλλο Αρμένιοι (12%) κι ένα άλλο μουσουλμάνοι. Μεταξύ 1520-1800 ο πληθυσμός της, καθώς και της περιοχής της, τριπλασιάζεται ή τετραπλασιάζεται.
Ριζούντα
  Η περιφέρεια μεταξύ Κερασούντας και Ριζαίου, περί το 1500, ήταν η πλέον πυκνοκατοικημένη της Μ. Ασίας· ο πληθυσμός της κυμαινόταν σε 215.000-270.000 κατοίκους, με αυξημένο το ποσοστό των Ελλήνων και των Αρμενίων (91-94% οι χριστιανοί και 6-9% οι μουσουλμάνοι). Η πλειοψηφία βέβαια ανήκε στους Έλληνες (84-89%).



Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, Τόμος 12, Μαλλιάρης παιδεία.

1 σχόλιο:

  1. αλησμονητες πατριδες,ασοψετε τα λαθη ντε 'πηκανε.οι τουρκοι νομαδικος λαος καταφερε να εξαπονδυση το βυζαντιο.η ουσιαστικη αλωση εγινε το 1204 απο τους φραγγους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή